Γεννήθηκε το 1929 στην Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε στο Γαλλικό Σχολείο Καλαμαρί και κατόπιν στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ.

Με το ιεραποστολικό έργο της Θεσσαλονίκης συνδέθηκε στα μαθητικά της χρόνια.

Με την αποφοίτησή της κλήθηκε και πρόσφερε με χαρά και συνέπεια τις υπηρεσίες της σε παιδικές Κατασκηνώσεις, μάλιστα στην περίφημη Παιδόπολη «Αγία Τριάς», που φιλοξένησε τα παιδιά που μεταφέρθηκαν εκεί από τα χωριά τους (1948-1950) για να γλυτώσουν το φρικτό «παιδομάζωμα» του ανταρτοπολέμου.

Εργάστηκε με ιδιαίτερο ζήλο ως καθηγήτρια και Γυμνασιάρχης σε διάφορες πόλεις, όπως στο Κιλκίς, στη Θεσσαλονίκη, στα Γιαννιτσά, στο Μέτσοβο, γαλουχώντας την ελληνική νεότητα, πάντοτε με το ιδιαίτερο χάρισμα να ακούει και να συμπαρίσταται στα προβλήματά τους, διατηρώντας την επικοινωνία μαζί τους μέχρι και λίγες ημέρες πριν την κοίμησή της.

Στο Χριστιανικό έργο της Θεσσαλονίκης εργάστηκε πολλά χρόνια στην «Χριστιανική Φοιτητική Δράση» και στις αξέχαστες από γενιές φοιτητριών Κατασκηνώσεις του Βερμίου.

Όπως έγραψαν στην εκδημία της «η Αναστασία Σάκκου σφράγισε την ύπαρξή μας και τις οικογένειές μας και ενέπνευσε τη ζωή μας μαζί με τις άλλες δύο μεγάλες μορφές, την Παρασκευή Βαΐτση και τη Μαρία Παπακυριάκου, τις «σύγχρονες μπουμπουλίνες».

Αισθανόμαστε και τις τρεις ως ευεργέτιδες, γιατί υπήρξαν για μας αδελφές και συγχρόνως μάνες σοφές.

Οι τρεις για μας είναι αξεχώριστες! Τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες, που όμως λειτουργούσαν όλες ως ένας άνθρωπος, εν Χριστώ, εν αληθινή ελευθερία και ταπεινώσει, αλληλοσυμπληρούμενες, ακέστορες των πληγών μας και καλλιεργητές της αγάπης τόσο για την αιώνια όσο και για την επίγεια πατρίδα μας, Ελλάδα, χωρίς φανφαρονισμούς και μεγαλοστομίες!».

Στα τελευταία χρόνια η Αναστασία Σάκκου εργάστηκε με εξαιρετική απόδοση στον Τομέα των Φιλικών Κύκλων και της Προνοίας.

Ανήκε από το 1955 στα αρωγά μέλη της Αδελφότητος «Η Ελπίς» και από του 1965 στα ιδρυτικά μέλη της Αδελφότητος «Η Άμπελος».

Κοιμήθηκε το 2020.